ἀϋτέω

ἀϋτέω, ἀϋτή
See also: 1. αὔω `cry, call'.
Page in Frisk: 1,190

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • Τέῳ — Τέῳ̆ , Τέως so long fem nom pl (attic epic ionic) Τέῳ̆ , Τέως so long fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Τέω — Τέω̆ , Τέως so long fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τέῳ — τέος masc/neut dat sg τεῳ , τις any one dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τέω — (I) Α (μόνο στο απρμφ. τεῑν) (κατά τον Ησύχ.) «ζητεῑν ἄλλοι δὲ σοι». (II) Α 1. (ιων. δοτ. εν. τής ερωτ. αντωνυμίας) βλ. τίς …   Dictionary of Greek

  • τεω — Α (ιων. δοτ. εν. τής αόρ. αντων.) βλ. τις …   Dictionary of Greek

  • τεῳ — τις any one dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τεῷ — τεός masc/neut dat sg τις any one dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τεώ — τεός masc/neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τέω — τέος masc/neut nom/voc/acc dual τέος masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Τέωι — Τέῳ̆ , Τέως so long fem nom pl (attic epic ionic) Τέῳ̆ , Τέως so long fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Τέως — Τέω̆ς , Τέως so long fem acc pl (attic epic ionic) Τέω̆ς , Τέως so long fem nom sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.